γερός


γερός
[герое] εκ. здоровый, крепкий, сильный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γερός" в других словарях:

  • γερός — ή, ό (AM γερός, ά, όν) (για κτήρια) στερεός μσν. νεοελλ. ακέραιος, ολάκαιρος νεοελλ. (για ανθρώπους) 1. υγιής 2. εύρωστος, ρωμαλέος, δυνατός 3. ικανός, έμπειρος σε κάτι («γερός μάστορας») 4. (για πράγματα) στερεός, ασφαλής, ανθεκτικός 5. (για… …   Dictionary of Greek

  • γέρος — ο 1. ο γέροντας: Όλοι στη γειτονιά βοηθούσαν τον ανήμπορο γέρο. 2. ο πατέρας: Ο γέρος μου φωνάζει όταν αργώ να γυρίσω στο σπίτι. 3. ηλικιωμένος σύζυγος: Πέθανε ο γέρος της κι έμεινε χήρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γερός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που είναι υγιής: Είναι γερός και αρρωσταίνει σπάνια. 2. ρωμαλέος, δυνατός, γεροδεμένος: Είναι ένα γερό αγόρι. 3. ικανός: Είναι γερός στα μαθηματικά. 4. ανθεκτικός, στερεός, σταθερός: Γερά θεμέλια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γέρος — ο (θηλ. γριά, η) 1. άνθρωπος πολύ προχωρημένης ηλικίας, ηλικιωμένος 2. ο γέροντας πατέρας 3. ο ηλικιωμένος σύζυγος 4. στον πληθ. οι γέροι οι γονείς 5. παροιμ. α) «ο γέρος κι αν στολίζεται, στον ανήφορο γνωρίζεται» όσο κι αν κρύβει κάποιος την… …   Dictionary of Greek

  • γέρος — [герое] ουσ. а. старик …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γερεύω — [γερός] 1. βρίσκομαι στην ανάρρωση 2. γίνομαι πιο γερός, δυναμώνω …   Dictionary of Greek

  • γέροντας — I Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 450 μ., 27 κάτ.) στην πρώην επαρχία Χαλκίδος του νομού Ευβοίας. Βρίσκεται βόρεια της Ερέτριας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ερετρίας. 2. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 110 μ., 450 κάτ.) στην πρώην… …   Dictionary of Greek

  • Tsakonikos — The Tsakonikos or Tsakonikos khoros ( Tsakonian dance ) is a dance performed in the Peloponnese in Greece. It comes from the region, chiefly in Arcadia, known asTsakonia. It is danced in many towns villages there with little variation to the… …   Wikipedia

  • ένος — (I) ἔνος, ο (Α) το έτος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ένος είναι μτγν. και προήλθε πιθ. κατ απόσπαση από τα σύνθετα δίενος, τρίενος, τετράενος κ.ά. (Για την ετυμολ. τού ενος βλ. λ. ενιαυτός)]. (II) ἔνος, η, ον (Α) (μόνο σε πλάγ. πτώσεις τού θηλ.) μεθαύριο («ἐς… …   Dictionary of Greek

  • μπαμπόγερος — ο, θηλ. μπαμπόγρια (Μ μπαμπόγερος και μπομπόγερος) πολύ άσχημος γέρος νεοελλ. πολύ γέρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μπάμπω* + γέρος / γριά] …   Dictionary of Greek